Συνάντηση Ηλ. Κυρμανίδη – Σ. Ζαχαράκη για τις ανάγκες των σχολικών υποδομών στο Δήμο Καμένων Βούρλων
Αναρτήθηκε από… kamena voyrla blogger
Επίκεντρο της συνάντησης οι σχολικές υποδομές στο Δήμο Καμένων Βούρλων
Συνεχίζει τις συναντήσεις εργασίας ο Δήμαρχος Καμένων Βούρλων Ηλίας Κυρμανίδης.
Νέα συνάντηση πραγματοποίησε ο Ηλίας Κυρμανίδης. Η πιο πρόσφατη, αυτή με την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κ. Σοφία Ζαχαράκη.
Αναφέρει σχετικά ο Δήμαρχος:
“Συνάντηση εργασίας με την Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κ. Σοφία Ζαχαράκη.
Συζητήσαμε ζητήματα που αφορούν την εκπαιδευτική κοινότητα και τις ανάγκες των σχολικών μας υποδομών, με στόχο άμεσες λύσεις και ουσιαστική στήριξη των παιδιών και των οικογενειών του Δήμου Καμένων Βούρλων.
Συνεχίζουμε με σχέδιο, συνεργασία και επιμονή.”
13 σχόλια:
Για το ότι δεν έχουμε ακόμα καθηγητή πληροφορικής στην Α λυκείου της είπατε τίποτα;
Εδώ δεν έχουν ούτε κυλικείο στο δημοτικό και σε λίγο τελειώνει η χρονιά.
Ρε Κυρμανιδη εσύ έλεγες προεκλογικά ότι,πως ανέχεστε τα παιδιά σας να κάνουν μάθημα σε κοντέινερ και είστε δήμαρχος 2 χρόνια τώρα και δεν έχετε κάνει τίποτα γι’αυτό..
Α ξέχασα την επόμενη 5ετια τώρα δεν προλαβαίνεις
Η Πενταμορφη και το τερας!
Πώς θα τον ψηφίζαμε?
Χωρις σκεψη ...εμπαινα!!!
Ειλικρινά είναι ένα από αυτά που έταξε και λόγω του ότι έχω παιδια,τον πίστεψα και τον ψήφισα.
Και κάπως έτσι οι πολιτικοί απατεώνες ψαρεύουν ψήφους και κορόιδα μέχρι να πάρουν αυτό που θέλουν και μετά δεν σε ξέρω καν.
Καλά να πάθω όμως.
Επίσης ότι γράφετε για επιθέσεις σε γυναικείο φύλο είναι αληθές και επίσης η μία ήταν και αυτή φανατική υποστηρικτής του δημάρχου και έφαγε το κεφάλι της.
Κιμ εσύ?????
Με τι τσουτσουνι(?)
Οι προκατ αιθουσες πρεπει να αντικατασταθουν με σταθερες δομες, οποιος δημαρχος το καταφερει ξανα εκλεγεται ,τελεια και παυλα.
Πολύ γενναία η τοποθέτησή σας.
Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΤΡΑ
Ένα παραμύθι για την εξουσία
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ
Πως έμαθε να μένει ήσυχο
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό βατραχάκι, που ζούσε σε έναν βάλτο. Το νερό έφτανε μόνο μέχρι τα καλάμια και οι πέτρες φαίνονταν καθαρά. Πάνω σε μία από αυτές , καθόταν κι αυτό. Τα πόδια του δεν έφταναν καλά στο νερό. Όταν προσπαθούσε να πηδήξει, έπεφτε πάντα λίγο πιο κοντά απ’ όσο περίμενε. Γύρω του, άλλα μικρά ζώα έπαιζαν. Πηδούσαν πιο μακριά. Γλιστρούσαν πιο γρήγορα. Μιλούσαν, γελούσαν. Κάθε φορά που το μικρό βατραχάκι δοκίμαζε, κάποιο γέλιο ακουγόταν λίγο πιο δυνατό. Όχι κακό γέλιο. Ήταν κάτι που ακολουθούσε τον άνεμο. Το μικρό βατραχάκι κοίταζε κάτω, ίσιωνε το κορμάκι του και προσπαθούσε ξανά.
Στην άκρη του βάλτου, δύο μεγάλοι βάτραχοι παρακολουθούσαν. Ο ένας κουνούσε το κεφάλι, ο άλλος αναστέναζε. Όταν το μικρό βατραχάκι γλίστρησε και έπεσε στο νερό, ο ένας μεγάλος βάτραχος είπε κάτι χαμηλόφωνα. Ο άλλος κάτι ακόμη πιο χαμηλόφωνα. Το μικρό βατραχάκι τους άκουσε. Πάντα τους άκουγε. Αλλά βγήκε από το νερό και ξαναστάθηκε στην πέτρα. Δεν κοίταξε κανέναν. Το δέρμα του άρχισε να τεντώνει καθώς προσπαθούσε να πάρει περισσότερο αέρα. Όχι για να πηδήξει, αλλά για να σταθεί. Κάποια μικρά ζώα τον κοίταξαν περίεργα. Κάποια γύρισαν το βλέμμα αλλού. Το μικρό βατραχάκι έμεινε ακίνητο. Ήσυχο. Υπάκουο. Δεν διαμαρτυρήθηκε. Έμαθε να περιμένει. Το νερό γύρω του άρχισε σιγά-σιγά να θολώνει.
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΟΣ
Η πρώτη του Επιβολή
Το μικρό βατραχάκι είχε μεγαλώσει λίγο και ήταν πλέον ένας μικρός βάτραχος. Όχι τόσο ώστε να ξεχωρίζει, αλλά αρκετά για να στέκεται μόνος του στις πέτρες. Μια μέρα ένα ποντίκι έτρεχε, γελούσε, δεν πρόσεχε, δεν τον είδε και έπεσε πάνω του. Ο μικρός βάτραχος ένιωσε όλο του το σώμα να σφίγγεται. Δεν ήξερε γιατί. Οι μεγάλοι βάτραχοι στην άκρη του βάλτου γύρισαν τα κεφάλια τους. Ο μικρός βάτραχος ένιωσε τα μάτια τους πάνω του. Χωρίς σκέψη, το σώμα του φούσκωσε. Όχι πολύ. Λίγο παραπάνω από όσο χρειαζόταν. Το ποντίκι πάγωσε και έκανε πίσω. Ο μικρός βάτραχος έμεινε για λίγο έτσι και μετά ξεφούσκωσε. Κανείς δεν είπε λέξη. Κανείς δεν αναστέναξε. Αλλά εκείνη τη μέρα κανένα ζώο δεν έτρεξε κοντά του. Ο μικρός βάτραχος κατάλαβε κάτι, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς.
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΝΑ ΣΙΩΠΑ
Οι μεγάλοι βάτραχοι δεν κοιτούσαν συχνά τον μικρό. Μα όταν το έκαναν, εκείνος το ένιωθε. Μια μέρα ο μικρός βάτραχος έμεινε τελείως ήσυχος. Δεν έπαιξε, δεν δοκίμασε να πηδήξει, δεν έπεσε. Έμεινε στην πέτρα του. Ο ένας μεγάλος βάτραχος πέρασε από κοντά του χωρίς να πει τίποτα. Δεν αναστέναξε. Δεν σταμάτησε. Έτσι, ο μικρός βάτραχος έμαθε κάτι νέο: όταν δεν ενοχλεί, όταν δεν ζητά, όταν δεν φαίνεται πολύ, ο κόσμος γύρω του είναι πιο ήσυχος. Το βράδυ, όταν έπεσε στο κρεβάτι του, δεν ένιωθε ούτε καλά ούτε άσχημα. Ένιωθε ασφαλής.
Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ
Ο βάτραχος ήταν πια σχεδόν μεγάλος, κοντά στην ηλικία που όλα τα ζώα γίνονται ανεξάρτητα. Η πέτρα του δεν ήταν στην καλύτερη θέση, ούτε είχε το καλύτερο σχήμα. Ο βάτραχος παρατηρούσε. Μάθαινε πότε να φουσκώνει και πότε να σωπαίνει.
Στις συνελεύσεις του βάλτου τα ζώα μιλούσαν, γελούσαν, φώναζαν, διαφωνούσαν, συμφωνούσαν. Ο βάτραχος καθόταν ήσυχος σε μία μικρότερη πέτρα δίπλα σε έναν μεγαλύτερο βάτραχο που κατείχε ήδη κάποια θέση εξουσίας. Κοίταζε, άκουγε, ζύγιζε, μετρούσε πότε τα άλλα ζώα υπακούουν και πότε όχι. Έμαθε ποιες πέτρες τον κάνανε να φαίνεται ψηλότερος. Έμαθε ποιες φωνές μπορούσαν να τον κάνουν να ξεχωρίζει. Έμαθε να ακολουθεί πριν απαιτήσει να τον ακολουθήσουν.
Όταν κάποιος μεγάλος βάτραχος φούσκωνε, εκείνος παρατηρούσε και προσπαθούσε να φουσκώσει το ίδιο. Ήθελε να δει πως η δύναμη ακολουθεί την κίνηση. Ήθελε να δει πως η δύναμη ακολουθεί την σιωπή. Δεν ήταν ακόμη αρχηγός, αλλά μπορούσε να δει την εξουσία από κοντά. Και ήξερε πια καλά, πως όταν έρθει η στιγμή, θα ήξερε πως να την πάρει.
Συνεχίζεται.....
......η συνέχεια
Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΕΜΑΘΕ
Η πεδιάδα του βάλτου είχε γεμίσει ζώα, όπως κάθε μέρα. Κάποια ήρθαν χαρούμενα, κάποια ανυπόμονα. Το πλήθος δεν ήταν μεγάλο, αλλά ούτε και μικρό. Ήταν αρκετό για να νιώθει ο βάτραχος δυνατός. Ένα ποντίκι τόλμησε να μιλήσει για ένα θέμα του βάλτου αντίθετα με τον βάτραχο. Δεν φώναξε. Δεν είπε κάτι κακό. Απλώς είπε την ιδέα του. Ο βάτραχος σταμάτησε ό,τι έκανε. Το σώμα του τεντώθηκε και φούσκωσε. Φούσκωσε τόσο πολύ που το σώμα του έγινε ένα με την πέτρα. Το ποντίκι πάγωσε. Οι υπόλοιποι σιώπησαν. Δεν ακούστηκε γέλιο. Δεν ακούστηκε ψίθυρος. Ο βάτραχος δεν κινήθηκε προς το ποντίκι. Δεν το άγγιξε. Απλώς έμεινε εκεί φουσκωμένος και ακίνητος. Και αυτό αρκούσε. Το ποντίκι δεν είπε λέξη. Έκανε πίσω. Η ιδέα του χάθηκε. Τα άλλα ζώα κοιτούσαν.
Ο βάτραχος ξεφούσκωσε αργά. Δεν ένιωσε χαρά. Ένιωσε κάτι πιο βαθύ: η σιωπή, η υποταγή, η προσοχή είχαν αλλάξει χέρια. Τώρα ήταν δικός του θησαυρός. Αυτός αρκετά σιώπησε. Ήρθε η ώρα να σιωπήσουν οι άλλοι μπροστά του.
Τα ζώα πλέον ήξεραν: η πέτρα του βάτραχου δεν απαιτεί φωνή, ούτε χτύπημα. Μόνο βλέμμα. Και ο βάτραχος ήξερε πως όλα τα ζώα είχαν πάρει το μάθημά τους. Ήταν αναγκαίος.
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΊΑ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΟΜΑΔΑΣ
Ο βάτραχος τώρα καθόταν στην ψηλή πέτρα κοιτώντας τα ζώα γύρω του. Μερικά ζώα τον παρατηρούσαν από μακριά. Μερικά πλησίαζαν για να πάρουν μία θέση κοντά του. Ο βάτραχος δεν μιλούσε. Η πέτρα του μιλούσε για αυτόν.
Κάποια ζώα, πιο αδύναμα, υπάκουαν από φόβο. Εάν πλησίαζαν λίγο παραπάνω γύριζε απότομα το κεφάλι και αυτά έκαναν πίσω. Η σιωπή τους ήταν αρκετή. Άλλα ζώα, λίγο μεγαλύτερα και πιο δυνατά, τον υπάκουαν από συμφέρον: εύκολο φαγητό, ασφάλεια, μια πιο ζεστή και άνετη πέτρα ή απλά ένιωθαν πως κατακτούσαν μία πιο ψηλή θέση στον βάλτο. Ένα βλέμμα του βάτραχου και τα ζώα κινούνταν όπως ήθελε.
Κι έτσι η εξουσία του γινόταν σταθερή. Και ο βάτραχος, κάθε μέρα που περνούσε, ένιωθε την ίδια ζεστή ικανοποίηση: όλα ήταν όπως έπρεπε. Όλα ήταν δικά του.
ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΤΙΤΛΟ
Κάποια στιγμή, χωρίς θόρυβο, χωρίς ανακοινώσεις, οι δύο γέροι βάτραχοι έπαψαν να φαίνονται στη λίμνη. Κανείς δεν τους είδε να φεύγουν. Ο βάτραχος δεν μίλησε για αυτό. Ούτε τον ρώτησε κανείς. Η πέτρα του ήταν ψηλή.
Λίγο καιρό μετά η γυναίκα του άρχισε να αλλάζει. Όχι στο σώμα, αλλά στο βήμα. Στεκόταν πάντα μισό σώμα πίσω του. Η φωνή της ήταν μικρότερη απ’ όσο χρειαζόταν.
Τα ζώα παρατηρούσαν. Κάποια καταλάβαιναν. Κάποια δεν ήθελαν να καταλάβουν. Ώσπου μία μέρα η γυναίκα του δεν υπήρχε πουθενά. Δεν έγινε φασαρία. Δεν την αναζήτησε κανείς. Απλά, μία άδεια θέση δίπλα στην πέτρα. Και τότε τα μικρά ζώα άρχισαν να αποφεύγουν τον χώρο γύρω από τον βάτραχο. Όχι από φόβο. Από γνώση. Το νερό γύρω του ήταν πλέον πολύ θολό.
Γιατί στον βάλτο, η πιο μεγάλη αλήθεια δεν είναι αυτή που φωνάζει, αλλά αυτή που κάνει τα ζώα να κοιτούν αλλού.
ΤΑ ΔΥΟ ΚΟΡΑΚΙΑ
Τα δύο κοράκια στέκονταν στις άκρες της πεδιάδας. Δεν ήξεραν πως να αντιδράσουν: κοίταζαν τα άλλα ζώα – τα ποντίκια, τους αρουραίους- που υπάκουαν αμέσως χωρίς να καταλαβαίνουν. Ένιωθαν, βέβαια, το βάρος της πέτρας του βατράχου. Παρατηρούσαν καιρό τις κινήσεις του: πως φούσκωνε, πως έκλεινε τον χώρο γύρω του με ένα άλμα, πως έκανε τα άλλα ζώα να υπακούουν χωρίς να πει λέξη.
Τα κοράκια, με την παρακολούθηση κατάλαβαν κάτι: πως η δύναμη του βάτραχου δεν είναι ακατανίκητη, αλλά βασίζεται στη σιωπή και τον φόβο των άλλων.
Τα κοράκια είδαν τους γέρους βάτραχους να φεύγουν.
Τα κοράκια είδαν την άδεια θέση δίπλα στην πέτρα.
Τα κοράκια κατάλαβαν κάτι βαθύτερο: πως η εξουσία του βάτραχου δεν γεννήθηκε μόνο από το φόβο και την σιωπή, αλλά από την ανάγκη να ελέγχει ότι είναι πιο κοντά του.
Συνεχίζεται........
......η συνέχεια
Η ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΒΑΤΡΑΧΟΥ
Τα δύο κοράκια που μέχρι τώρα παρατηρούσαν, κοιτάχτηκαν. Δεν χρειάστηκε να πουν τίποτα μεταξύ τους. Ξέρανε και τα δύο τι έπρεπε να κάνουν. Είχαν δει πολλά. Είχαν καταλάβει πολλά. Δεν θέλανε να δούνε άλλα. Είχε έρθει πια η ώρα. Άνοιξαν τα φτερά τους και κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της πεδιάδας.
Η φωνή τους δεν ήταν δυνατή όπως του βάτραχου, αλλά ήταν καθαρή και ακριβής.
Ο βάτραχος φούσκωσε.
Τα κοράκια δεν έκαναν πίσω.
Ο βάτραχος φούσκωσε κι άλλο.
Τα κοράκια συνέχισαν να μην κάνουν πίσω.
Τα άλλα ζώα παρατηρούσαν παγωμένα. Η πέτρα…
Τα μάτια τους αστράφταν.
Η δυνατή φωνή τους έφτασε σε όλα τα σημεία της πεδιάδας.
Για πρώτη φορά ο βάτραχος δεν ήξερε προς τα που να κινηθεί.
Τα κοράκια πετούσαν πάνω από την πεδιάδα.
Η αλήθεια ακουγόταν.
Η αλήθεια από εδώ και πέρα θα ακουγόταν.
Ο βάτραχος έδωσε ένα άλμα και αντί να καλύψει τον χώρο του, οπισθοχώρησε.
Τα κοράκια δεν θέλανε την εξουσία. Κι ο βάτραχος το γνώριζε αυτό. Ήξερε ότι δεν τους ήταν αναγκαίος. Ήξεραν ότι το γνωρίζει.
ΤΑ ΚΟΡΑΚΙΑ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ
Τα κοράκια διαπίστωσαν πως υπήρχαν κι άλλα ζώα που παρατηρούσαν την πέτρα με δυσπιστία: κάποια θαραλλέα ποντίκια, οι σκίουροι, ο ασβός και ένα γεράκι. Τα ζώα αυτά προσέγγισαν τα κοράκια. Δεν ήταν πολλά, αλλά η δύναμή τους ήταν οι ιδέες που μοιράζονταν: ήθελαν έναν βάλτο καθαρό, ήθελαν η σιωπή να μην χρησιμοποιείται ως όπλο, ήθελαν να ακούγεται η αλήθεια, δεν ήθελαν τον φόβο. Ήθελαν ο βάλτος να γίνει λίμνη.
Τα κοράκια ένιωσαν κάτι που δεν είχαν ξανανιώσει: δεν πετούσαν πλέον μόνα τους όπως νόμιζαν. Υπήρχαν φτερά δίπλα τους.
Ο βάτραχος, μπερδεμένος ακόμα από την δημόσια ήττα, δεν ήξερε ότι τώρα η πεδιάδα έχει και μάτια που δεν φοβούνται και φτερά που δεν σωπαίνουν.
ΟΙ ΣΥΜΜΑΧΟΙ
Οι σκίουροι: οι σκίουροι δεν ήταν ποτέ ήσυχοι. Ήταν γρήγοροι. Γνώριζαν κάθε μονοπάτι, κάθε κρυψώνα. Άκουγαν. Μετέφεραν μηνύματα.
Ο ασβός: Στην πεδιάδα του βάλτου υπήρχε κι άλλο ζώο. Δε φαινόταν συχνά. Κι όταν φαινόταν, κανείς δεν ήξερε από που είχε έρθει. Ήταν ο ασβός. Ζούσε κάτω από την γη. Άνοιγε στοές που ένωναν σημεία φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους. Δεν φώναζε. Δεν πετούσε. Δεν έτρεχε. Απλά άνοιγε στοές. Κανείς δεν μπορούσε να πει από που άρχιζαν. Μόνο ο ασβός ήξερε. Στις στοές αφήναν οι σκίουροι τα μηνύματά τους. Ανώνυμα. Όχι μαλακωμένα. Καθαρά. Οι στοές υπήρχαν για να θυμίζουν πως ο κάθε λόγος χρειάζεται να ακουστεί, πως ο κάθε λόγος χρειάζεται χώρο. Και πως όταν ο λόγος δεν ακούγεται στον βάλτο, τότε θα ακούγεται πιο εκκωφαντικά μέσα στις στοές.
Η κινητικότητα πια στις στοές ήταν τόσο μεγάλη, που οι δονήσεις της φτάνανε ως την πέτρα του βατράχου.
Το γεράκι: Το γεράκι δεν γεννήθηκε στον βάλτο. Ήρθε από ψηλότερα. Εκεί από όπου ο αέρας είναι καθαρός. Τα μάτια του ήταν αστραφτερά. Όχι από οργή. Δεν φώναζε. Έβλεπε τις πράξεις. Και έβλεπε ποια πράξη φέρνει συνέπειες. Έβλεπε το ψέμα. Το ψέμα του έπεφτε βαρύ. Το γεράκι δεν αγαπούσε την εξουσία. Την έβρισκε βαριά και αυτό είχε μάθει να πετά ελεύθερο. Αγαπούσε, όμως, την συνέπεια.
Το γεράκι κρατούσε στα νύχια του ένα σημαντικό χαρτί, ένα «όπλο» εναντίον του βάτραχου. Ήξερε πως και πότε να το χρησιμοποιήσει. Ήξερε πως να αναγκάσει τον βάτραχο σε συνέπεια.
ΤΟ ΧΑΡΤΙ
Το γεράκι άφησε το χαρτί να φύγει από τα νύχια του.
Το χαρτί άρχισε να πέφτει σαν πούπουλο.
Το χαρτί άγγιξε το νερό.
Ο βάτραχος πάγωσε.
Οι κύκλοι άνοιξαν γύρω από το χαρτί.
Οι ομόκεντροι κύκλοι άρχισαν να κινούνται προς κάθε κατεύθυνση.
Το χαρτί δεν διαλύθηκε.
Έμεινε στην επιφάνεια.
Ορατό από όλους.
Αναγνώσιμο.
Συνεχίζεται..........
.....η συνέχεια
Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΒΑΤΡΑΧΟΥ
Ο βάτραχος καθόταν ακόμη στην πιο ψηλή πέτρα του βάλτου. Ήταν πράσινη και γυαλιστερή. Φαινόταν από παντού.
Τα ζώα τώρα περνούσαν δίπλα του. Μιλούσαν, γελούσαν, συμφωνούσαν, διαφωνούσαν. Όχι σκυφτά. Όχι κρυφά.
Δεν τον κοίταζε κανένα. Ο βάτραχος φούσκωσε. Κανένα κεφάλι δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Ο βάτραχος προσπάθησε να φουσκώσει κι άλλο. Το δέρμα του είχε πια τεντώσει όπως ποτέ από την υπερπροσπάθεια. Κανένα κεφάλι δεν γύρισε. Κανένα βλέμμα δεν έπεσε πάνω του.
Η σιωπή δεν ήταν πια αναγκαία. Ήταν επιλογή.
Δεν τον είχαν ρίξει από την πέτρα. Δεν τον είχαν διώξει. Τον είχαν αφήσει εκτός. Ο βάτραχος κατάλαβε για πρώτη φορά κάτι που δεν του είχαν πει ποτέ: Η εξουσία δεν φαίνεται από την θέση σε μία πέτρα. Η εξουσία φεύγει όταν παύουν να σου μιλούν.
Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ
Ο βάτραχος έμεινε μόνος και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Και τότε ήρθε η πιο σκληρή σκέψη: Έμεινες μόνος επειδή ήσουν περιττός. Δεν σε νίκησαν. Σε ξεπέρασαν.
Ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη και άκουσε μία φωνή:
Είσαι πλέον παρελθόν….
......ΤΕΛΟΣ.....
Δημοσίευση σχολίου